αρχική  site map  επικοινωνία

www.classicalmusic.gr, 28.08.2007


GIUSEPPE VERDI - AIDA, η "εξωτική όπερα"

Σ.Ξ.: Κυρία Ξανθοπούλου, πόσο δύσκολο είναι τελικά για έναν καλλιτέχνη να επιχειρεί να διευθύνει έναν καλλιτεχνικό οργανισμό. Οι καλλιτεχνικοί διευθυντές είναι εκτεθειμένοι στην κριτική. Σπάνια καταφέρνουν να τους ικανοποιούν όλους, σπάνια παραμένουν για πολλά χρόνια σε έναν οργανισμό να δουν τα αποτελέσματα του έργου τους. Θέλει κουράγιο μια τέτοια θέση, ή δεν είναι έτσι τελικά;

Λίζα Ξανθοπούλου: Πράγματι ο καλλιτεχνικός διευθυντής ενός τέτοιου οργανισμού στην Ελλάδα καλείται να είναι συγχρόνως λογιστής, οικονομολόγος, μάνατζερ, διπλωμάτης, χαρισματικός ηγέτης, νομικός, δικαστής, ψυχολόγος, παιδαγωγός, κοινωνιολόγος, προφήτης, ανθεκτικός ψυχοσωματικά σε συνεχές άγχος, από μηχανής Θεός και άλλα πολλά. Η έννοια κυρίως που καταβάλλει κυρίως έναν τέτοιον άνθρωπο είναι η συνεχής ευθύνη των πράξεων και αποφάσεων του, καθώς όπως είπατε είναι συνεχώς εκτεθειμένος στην κριτική όλων. Μπορώ να αποδεχθώ οποιαδήποτε κριτική, αρκεί να είναι καλοπροαίρετη και να αποσκοπεί και να συμβάλλει στην βελτίωση της πορείας του οργανισμού, που διευθύνω και αγαπώ. Όταν ανέλαβε η νέα διοίκηση η Όπερα Θεσσαλονίκης ήταν ένας απόλυτα υποτελής φορέας, που στεγαζόταν σε ένα καμαρίνι μερικών τετραγωνικών, αυτοτελές αλλά όχι αυτόνομο τμήμα ενός μεγαλύτερου οργανισμού, του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Με ακατάπαυστο αγώνα η Όπερα έχει αποκτήσει υπόσταση. Αυτή η - ακόμη - εξαρτώμενη πορεία της Όπερας από τις αποφάσεις του Κ.Θ.Β.Ε. είναι κάτι που μας κούρασε αφάνταστα.

Σ.Ξ.: Η Όπερα Θεσσαλονίκης αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη για την πόλη μας που μάλλον 'πάσχει' μουσικά. Ποιό είναι το δικό σας όραμα για τον οργανισμό αυτό? Έχει μέλλον σε μια χώρα που η κλασική μουσική δεν αντιμετωπίζεται -όπως λέγεται- όπως της αρμόζει από το Κράτος;

Λίζα Ξανθοπούλου: Το κοινό της Θεσσαλονίκης είναι κατά την γνώμη μου το πιο απαιτητικό και καταρτισμένο κοινό αυτής της χώρας. Η πολιτιστική ζωή της πόλης έχει παρουσιάσει άλματα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Το πρόβλημα το οποίο εκκρεμεί να λυθεί βέβαια είναι η στέγαση και η αναγκαία επιχορήγηση των πολιτιστικών οργανισμών, προκειμένου να διανθίζουν την πολιτιστική ατζέντα της πόλης σε μόνιμη βάση, δημιουργώντας παράδοση, μία σημαντική λέξη που μας λείπει στον τομέα της κλασικής μουσικής. Η Θεσσαλονίκη και η Βόρεια Ελλάδα χρειάζεται ένα μόνιμο λυρικό θέατρο και σε αυτήν την κατεύθυνση διακρίνω να κινείται σταθερά και η σύγχρονη πολιτική βούληση. Το λυρικό θέατρο δεν θα έπρεπε να αποτελεί όραμα, αλλά κάτι το αυτονόητο.

Σ.Ξ.: Επιτρέψτε μου να σας πω, παρότι έχουμε εντυπωσιαστεί με το cast της ΑΙΝΤΑ (ευχόμαστε καλή επιτυχία) πολλοί αναρωτιούνται γιατί η επιλογή ξένων καλλιτεχνών και φοβούνται μήπως η ΟΠΕΡΑ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ γίνει τελικά ένας οργανισμός που θα προτιμά τους ξένους καλλιτέχνες. Δεν υπάρχουν νέα παιδιά που να μπορούν να στελεχώσουν έναν τέτοιο οργανισμό με επιτυχία ώστε να μην χρειάζονται οι μετακλήσεις ξένων καλλιτεχνών?

Λίζα Ξανθοπούλου: Όπως είπα παραπάνω δέχομαι την κριτική. Αυτή η συγκεκριμένη είναι και καλοπροαίρετη, καθώς προτρέπει στην απασχόληση του εντόπιου καλλιτεχνικού δυναμικού. Πιστέψτε με όμως, ότι η συγκεκριμένη κριτική βασίζεται σε ελλιπή πληροφόρηση. Αυτοί που αναρωτιούνται, ίσως να μην θυμούνται, ότι η Όπερα Θεσσαλονίκης την περασμένη καλλιτεχνική περίοδο συνεργάστηκε αποκλειστικά με έλληνες καλλιτέχνες τόσο πρωτοεμφανιζόμενους, όσο και καταξιωμένους. Και αυτό μπορεί κανείς να το διαπιστώσει πολύ εύκολα ανατρέχοντας απλώς στα προγράμματα των παραστάσεων της Απαγωγής από το Σεράι του Mozart, της Νυχτερίδας του Strauss, της Έξυπνης του Orff. Τον Νοέμβριο του 2006 μάλιστα διοργανώσαμε ένα δωρεάν σεμινάριο μονωδίας με την συμμετοχή 30 νέων καλλιτεχνών υπό την καθοδήγηση της διάσημης μεσοφώνου Christa Ludwig. Το παιδαγωγικό μας πρόγραμμα επίσης μύησε στο είδος της Όπερας όλο το σχολικό έτος 7000 παιδιά. Η μετάκληση ξένων καλλιτεχνών αιτιολογείται και από παράγοντες που ίσως μερικοί ούτε καν υποψιάζονται. Μήπως η Όπερα Θεσσαλονίκης αναμένοντας την έγκριση της παραχώρησης του χώρου πραγματοποίησης μίας παραγωγής αναγκάζεται να καλέσει τους κατάλληλους έλληνες καλλιτέχνες εκπρόθεσμα, οι οποίοι είναι ήδη δεσμευμένοι από άλλους καλλιτεχνικούς οργανισμούς? Μήπως ένας νέος πολιτιστικός οργανισμός χρειάζεται μία προβολή και εκτός των συνόρων, η οποία επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό μέσω της μετάκλησης σημαντικών ξένων καλλιτεχνών, κάτι το απολύτως σύνηθες σε όλα τα λυρικά θέατρα του κόσμου? Δεν υπάρχει κανένας λόγος να νοιώθουμε ότι απειλούνται ή μειονεκτούν οι έλληνες καλλιτέχνες από την μετάκληση ξένων συναδέλφων τους, καθώς πολλές φορές η σύγκριση με αυτούς κλείνει υπέρ τους ή αποβαίνει ωφέλιμη για αυτούς.

Σοφία Ξυγαλά 


About - 06.09.2007




active³ 4.7 · © 2000 - 2011 IPS Ltd · Όροι χρήσης